Η καλή κατάσταση της υγείας των χειριστών αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της αεροπορικής ασφάλειας. Έχετε όμως αναρωτηθεί ποτέ τι συμβαίνει όταν ένας χειριστής αντιμετωπίζει ζητήματα ψυχικής υγείας; Ο τομέας της αεροπορίας είναι κατά βάση συνδεδεμένος με αυστηρά ιατρικά πρότυπα και εντατική εποπτεία, κάτι που ενίοτε δημιουργεί την εντύπωση ότι οποιοδήποτε ζήτημα υγείας, ανεξαρτήτως είδους, θα μπορούσε να θέσει άμεσα τέλος στη σταδιοδρομία ενός χειριστή. Ωστόσο, το σύστημα είναι πλέον σχεδιασμένο ώστε να επιτυγχάνει το αντίθετο: να βοηθά τους χειριστές μας να παραμένουν υγιείς και να διατηρούν την ικανότητα να εκτελούν πτήσεις, όποτε αυτό είναι εφικτό.
Την τελευταία δεκαετία η κοινότητα αερομεταφορών αναγνωρίζει ολοένα και περισσότερο ότι η ψυχική υγεία θα πρέπει να αντιμετωπίζεται με την ίδια δομημένη και υποστηρικτική προσέγγιση με εκείνη που αφορά τη σωματική υγεία. Η έμφαση έχει σταδιακά μετατοπιστεί από τον απλό εντοπισμό των χειριστών που ενδέχεται να μην είναι ικανοί να εκτελέσουν πτήσεις, στην αναζήτηση τρόπων που θα τους βοηθηθούν ώστε να διατηρήσουν την υγεία και την ψυχική τους ευεξία για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο διάστημα. Πρωταρχικός στόχος του EASA, αλλά και της κοινότητας αερομεταφορών ευρύτερα, παραμένει αναμφίβολα η ασφάλεια των πτήσεων. Στο πλαίσιο αυτό, η βελτίωση της διαφάνειας ειδικά γύρω από ζητήματα ψυχικής υγείας, μπορεί από μόνη της να συμβάλει θετικά στην ασφάλεια, ενθαρρύνοντας τους χειριστές να μιλούν ανοιχτά και να αναζητούν υποστήριξη.
Τι συμβαίνει σε περίπτωση που ένας χειριστής εκφράζει κάποια ανησυχία;
Σε περίπτωση που ένας χειριστής αναφέρει ένα ζήτημα ψυχικής υγείας, είναι διαθέσιμες διάφορες μορφές υποστήριξης που μπορούν να του παρασχεθούν, ανάλογα με την περίπτωση. Για σχετικά ήσσονος σημασίας ζητήματα, οι χειριστές μπορούν να αναζητήσουν βοήθεια μέσω προγραμμάτων υποστήριξης από ομοτίμους. Τα προγράμματα αυτά δίνουν τη δυνατότητα στους χειριστές να συνομιλούν με εμπιστευτικότητα με εκπαιδευμένους συναδέλφους, οι οποίοι αντιλαμβάνονται τις πιεστικές συνθήκες του επαγγέλματος.
Σε περίπτωση που ένα ζήτημα φαίνεται ότι είναι σοβαρότερο, ο χειριστής μπορεί να παραπεμφθεί σε αεροϊατρικό εξεταστή. Ο εξεταστής αξιολογεί την κατάσταση και καθορίζει τις ενδεδειγμένες ενέργειες. Στις περισσότερες περιπτώσεις, το αποτέλεσμα είναι ότι ο χειριστής μπορεί να συνεχίσει να εκτελεί πτήσεις, με ή χωρίς θεραπεία και παρακολούθηση, ανάλογα με την περίπτωση.
Σε περίπτωση που απαιτείται θεραπεία, όπως φαρμακευτική αγωγή, ο χειριστής ενδέχεται να διακόψει προσωρινά τις πτήσεις που εκτελεί έως ότου η θεραπεία σταθεροποιήσει την κατάστασή του. Ωστόσο, οι περισσότεροι χειριστές μπορούν να επιστρέψουν στις πτήσεις μόλις η κατάστασή τους αντιμετωπιστεί κατάλληλα, υπό την προϋπόθεση ότι οι ανεπιθύμητες ενέργειες της θεραπείας δεν ενέχουν κάποιο σημαντικό κίνδυνο για την ασφάλεια. Στην πραγματικότητα, μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό περιπτώσεων καταλήγει να στερείται πιστοποίηση ιατρικής καταλληλότητας για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Αντιμετώπιση μιας κοινής εσφαλμένης αντίληψης
Μία από τις σημαντικότερες εσφαλμένες αντιλήψεις των χειριστών είναι ότι αν αναφέρουν κάποιο θέμα ψυχικής υγείας θα απολέσουν αυτόματα την πιστοποίηση ιατρικής καταλληλότητας. Τα στοιχεία δείχνουν ότι κάτι τέτοιο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Πάνω από το 60 % των χειριστών που δηλώνουν ότι πάσχουν από κάποια πάθηση μπορούν να συνεχίσουν να εκτελούν πτήσεις χωρίς καμία αναστολή. Περίπου το 30 % ενδέχεται να χρειαστούν θεραπεία ή πρόσθετη παρακολούθηση προτού επιστρέψουν στα πτητικά τους καθήκοντα. Μόνο ένα ποσοστό κάτω του 10 % αντιμετωπίζει πιο μακροπρόθεσμους περιορισμούς.
Παρόλα αυτά, η χαμηλή συχνότητα αναφοράς περιστατικών εξακολουθεί να αποτελεί πρόκληση. Σύμφωνα με μελέτες, περισσότεροι από τους μισούς χειριστές που αντιμετωπίζουν κάποια ιατρική πάθηση, επιλέγουν να μην το γνωστοποιήσουν. Αυτό μπορεί να αποβεί επιζήμιο τόσο για το ίδιο το άτομο όσο και για την αεροπορική ασφάλεια. Σύμφωνα με τους κανονισμούς, οι χειριστές πρέπει να γνωστοποιούν οποιαδήποτε κατάσταση ενδέχεται να επηρεάσει την ικανότητά τους να εκτελούν πτήσεις, ενώ η σκόπιμη απόκρυψη τέτοιου είδους πληροφοριών μπορεί να συνιστά ακόμα και απάτη.
Επιπλέον, η καθυστέρηση της αντιμετώπισης των παραγόντων κινδύνου ή της θεραπείας μιας ιατρικής πάθησης οδηγεί συνήθως σε επιδείνωση της κατάστασης, εμφάνιση επιπλοκών και δυσμενέστερη πρόγνωση σε μεταγενέστερο στάδιο, όταν πλέον οι ενδείξεις και τα συμπτώματα δεν είναι δυνατόν να αποκρυφθούν. Κατά κανόνα, όσο νωρίτερα αντιμετωπιστούν οι παράγοντες κινδύνου για την ψυχική υγεία ή όσο νωρίτερα αντιμετωπιστεί μια ιατρική πάθηση, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες για γρήγορη επάνοδο στις πτήσεις.
Το βασικό είναι η πρόληψη
Η ψυχική υγεία μπορεί να είναι δυσκολότερο να αξιολογηθεί απ’ ό,τι η σωματική, επειδή τα συμπτώματα μπορεί να είναι λιγότερο εμφανή και περισσότερο υποκειμενικά. Για τον λόγο αυτόν, η προσέγγιση του EASA επικεντρώνεται ολοένα και περισσότερο στην πρόληψη.
Τα προγράμματα υποστήριξης από ομοτίμους βοηθούν τους χειριστές να αναγνωρίζουν έγκαιρα τα προειδοποιητικά σημάδια και να συζητούν σχετικά με τις δυσκολίες προτού αυτές επιδεινωθούν. Η συμβουλευτική και η καθοδήγηση σχετικά με τον τρόπο ζωής αποτελούν επίσης μέρος της προληπτικής προσέγγισης. Στόχος δεν είναι η πλήρης εξάλειψη του κινδύνου, κάτι που είναι ανέφικτο, αλλά η διαχείρισή του με υπεύθυνο και υποστηρικτικό τρόπο.
Οι χειριστές υποβάλλονται επίσης σε τακτικές ιατρικές εξετάσεις καθ’ όλη τη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους. Μετά την αρχική πιστοποίηση, διενεργούνται έλεγχοι υγείας κατά περιόδους, οι οποίοι εξαρτώνται από παράγοντες όπως η ηλικία και το ιατρικό ιστορικό. Τα χρονικά διαστήματα κυμαίνονται από πέντε έτη έως έξι μήνες, ανάλογα με την κατηγορία της ιατρικής πιστοποίησης και την ηλικία.
Συνεργασία σε ολόκληρη την Ευρώπη
Ο EASA συνεργάζεται στενά με τα κράτη μέλη για να υποστηρίξει την εναρμονισμένη εφαρμογή των ιατρικών κανονισμών και να προωθήσει βέλτιστες πρακτικές. Σε αυτές περιλαμβάνονται επιθεωρήσεις τυποποίησης, τακτικές συζητήσεις με εμπειρογνώμονες ιατρικούς συμβούλους στον τομέα της αεροπορίας, καθώς και συμμετοχή σε διεθνείς διασκέψεις.
Ο Οργανισμός εργάζεται επίσης για την προώθηση του διαλόγου σχετικά με την ψυχική υγεία σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι παρουσιάσεις και οι ανταλλαγές απόψεων με διεθνείς εταίρους συμβάλλουν στη διάδοση διδαγμάτων, καθώς και στην προώθηση προληπτικών προσεγγίσεων πέρα από τα όρια της Ευρώπης.
Ποιες είναι οι μελλοντικές προοπτικές
Οι απαιτήσεις στον τομέα της ψυχικής υγείας εξακολουθούν να εξελίσσονται. Σε συνέχεια του ερευνητικού προγράμματος MESAFE, ο EASA συγκρότησε πρόσφατα μια ομάδα κατάρτισης κανόνων με στόχο την περαιτέρω εξέταση των διατάξεων για την ψυχική υγεία στον τομέα της αεροπορίας. Η ομάδα θα εξετάσει θέματα όπως η χρήση ορισμένων φαρμάκων και πιθανών συνδυασμών που θα μπορούσαν να επιτρέψουν στους χειριστές να συνεχίσουν να εκτελούν πτήσεις με ασφάλεια υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Τα αποτελέσματα αυτών των εργασιών αναμένεται να συμβάλουν στην κατάρτιση μιας κοινοποίησης για προτεινόμενη τροποποίηση, η οποία προγραμματίζεται να δημοσιευτεί το 2027.
Το MESAFE είναι ερευνητικό πρόγραμμα του EASA που υλοποιήθηκε από το 2022 έως το 2024. Στο πλαίσιο αυτό αξιολογήθηκαν οι νέες ιατρικές εξελίξεις όσον αφορά την έγκαιρη διάγνωση αλλά και τη θεραπεία ψυχικών παθήσεων που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την αεροπορική ασφάλεια και, κατ’ επέκταση, να οδηγήσουν σε ακαταλληλότητα των χειριστών και των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας ή στην επιβολή περιορισμών όσον αφορά την πιστοποίηση ιατρικής καταλληλότητάς τους για λόγους ασφάλειας.
Μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα για το πρόγραμμα αυτό και τα παραδοτέα του στον ιστότοπο EASA Pro (διατίθεται μόνο στα αγγλικά)
Ενισχύοντας διαρκώς την κατανόηση, ενδυναμώνοντας τα συστήματα υποστήριξης και περιορίζοντας τον στιγματισμό, η κοινότητα αερομεταφορέων μπορεί να διασφαλίσει ότι οι χειριστές και το λοιπό προσωπικό που είναι αρμόδιο για την αεροπορική ασφάλεια, όπως οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας ή τα μέλη του πληρώματος θαλάμου επιβατών, λαμβάνουν τη βοήθεια που χρειάζονται, διατηρώντας παράλληλα το υψηλό επίπεδο ασφάλειας που εμπιστεύονται καθημερινά οι επιβάτες.